μάρτυρι

μάρτυρι
μάρτυς
witness
masc/fem dat sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • GEORGIUS Cappadox — I. GEORGIUS Cappadox Trib. Mil. sub Diocletiano, qui maximum serpentem peremit, liberatâ puellâ, quae eidem in praedam devota fuerat. Theologi nonnulli existimant, fictitium esle nomen, sub quo vet. Christi Ecclesiam a Satanae tyranide liberantis …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σκήπτω — Α 1. στηρίζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο 2. (με αιτ. πράγματος) χρησιμοποιώ κάτι ως πρόφαση, ως πρόσχημα («τὴν βίαν σκήψασ ἔχεις», Ευρ.) 3. εξακοντίζω, εκσφενδονίζω, εκτοξεύω («μήθ ὑπὲρ ἄστρων βέλος ἠλίθιον σκήψειεν», Αισχύλ.) 4. (για αρρώστια,… …   Dictionary of Greek

  • τελειώνω — τελειῶ, όω, ΝΜΑ, και τελεῶ Α [τέλειος] φέρνω εις πέρας, περατώνω, συμπληρώνω, ολοκληρώνω κάτι (α. «τελείωσε τις σπουδές του στο εξωτερικό» β. «τελειώσω αὐτοῡ τὸ ἔργον», ΚΔ γ. «τελειώσαντες τὰς σπονδάς», Θουκ.) νεοελλ. 1. (μτβ.) καταναλώνω εξ… …   Dictionary of Greek

  • μάρτυρ' — μάρτυρε , μάρτυρος masc voc sg μάρτυρα , μάρτυς witness masc/fem acc sg μάρτυρι , μάρτυς witness masc/fem dat sg μάρτυρε , μάρτυς witness masc/fem nom/voc/acc dual μάρτῡραι , μαρτύρομαι call to witness aor imperat mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”